Μαρτυρίες τοῦ ὁδηγοῦ κ. Χρ. Ποπώλη

     Ὁ κ. Χρυσόστομος Ποπώλης, ὁδηγός τοῦ Νικολάου, θυμᾶται :
     Ἓνας ἁπλός ἄνθρωπος εἶναι δύσκολο νά γράψει γιά μιά προσωπικότητα πνευματική, ὅπως ἦταν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος. Ἂν καί ἀνάξιος ἐγώ νά τόν ὑπηρετῶ, χρημάτισα ὁδηγός του κατά τήν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας του στήν Μητρόπολη Χαλκίδος καί μοῦ εἶχε ἐμπιστοσύνη, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, σάν ὁδηγό καί συνεργάτη του. Καί ἐγώ ὄχι μόνο τόν ἐκτιμοῦσα καί τόν σεβόμουνα, ἀλλά καί δέν μοῦ πήγαινε νά τοῦ χαλάσω ποτέ χατήρι ἤ νά τόν στενοχωρήσω, καθώς συμπορευόμουν μαζί του στόν δρόμο γιά τόν σκοπό, πού κάθε φορά εἶχε. Διότι πῶς νά μή σεβαστεῖς καί νά μήν ἀγαπήσεις καί νά μήν ὑπηρετήσεις πιστά ἕναν ἀρχιερέα, κατά τά ἀνθρώπινα γιά ἐμένα Ἃγιο; Ἦταν στολισμένος μέ ἀρετές καί τιμοῦσε τό ρᾶσο μέ τήν ταπείνωση, τήν ἀφιλοχρηματία, τή συγχωρητικότητα, τήν ἀγάπη στήν Ἐκκλησία , τήν ἀγάπη στούς ἀσθενεῖς, στή νεολαία καί γενικά σε ὅλους τούς ἀνθρώπους . Ἀγωνιοῦσε καί πονοῦσε ἰδιαιτέρως γιά τούς νέους καί ἐκδήλωνε τήν πατρική του ἀγάπη καί στούς τότε παρεξηγημένους «μακρυμάλληδες».

  •      Ἐπειδή ἀνέφερα τήν λέξη Ἃγιος, νά ἀρχίσω μέ τήν μαρτυρία τοῦ μακαριστοῦ πατρός Ἰακώβου Τσαλίκη, ἡγουμένου τότε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυίδ τοῦ Γέροντος . Σέ ἐπίσκεψή μου στό Μοναστήρι, τήν περίοδο πού ὁ Νικόλαος εἶχε κοιμηθεῖ, εἶδα τόν πατέρα Ἰάκωβο. Τοῦ λέω, λοιπόν: Πάτερ Ἰάκωβε, ὁ Νικόλαος ; Καί μοῦ ἀπαντᾶ: " Ὁ Νικόλαος, Χρυσόστομε, εἶναι στόν παράδεισο! Καί σέ καλή θέση! Τόν εἶδα σάν σέ ἕνα ἀμφιθέατρο καί μοῦ εἶπε: Πάτερ Ἰάκωβε, μή τά λές αὐτά πού λέμε, γιά νά μή στενοχωροῦνται οἱ ἄλλοι". Ὁ δέ Ἃγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐκοιμήθη ὁ Νικόλαος, εἶπε: "Προστέθηκε ἕνας Ἃγιος στόν παράδεισο". Καί πῶς νά μήν εἶναι στόν παράδεισο; Ἀφοῦ τόν προσδοκοῦσε καί ἐργαζόταν μέ ὅλη του τή δύναμη γι’αὐτό.
  •      Σέ ἕναν μονόλογό του καθ’ὁδόν, στό δρόμο Ἀθήνα – Χαλκίδα, στή θέση Ριτσώνα, ἦταν ἡλιοβασίλεμα καί ἀφοῦ ἔψαλε τό «Φῶς ἱλαρόν» εἶπε: "Πέρασε, Χρυσόστομε, καί αὐτή ἡ ἡμέρα καί μᾶς ἔφερε πιό κοντά στόν παράδεισο." Καί ἄλλη μιά φορά, καθ’ὁδόν στό ἴδιο σημεῖο, εἴχαμε μαζί μας καί ἄλλους Ἱερεῖς καί ἐπικρατοῦσε σιγή στό αὐτοκίνητο, ἀπευθύνεται στόν μακαριστό πατέρα Βασίλειο Οἰκονόμου καί τοῦ λέει:" Πάτερ Βασίλειε, ἄν σέ πάρει ὁ Θεός αὐτή τή στιγμή, εἶσαι ἕτοιμος; Θά σωθεῖς;"
  •      Ὁ Νικόλαος ἦταν γιά κάποιες μέρες ἄρρωστος. Κάποια στιγμή μοῦ λέει: "Πάρε τά παπούτσια πού ἔχω καί πήγαινε νά τά σολιάσεις. Εἶναι τρύπια". Μόλις τά ἐπέστρεψα ἐπιδιορθωμένα, τοῦ ἄρεσαν πολύ. "Πολύ ὡραῖα-μοῦ εἶπε-τά ἔφτιαξε ὁ τσαγκάρης". Ἒπειτα μέ ρώτησε: "Εἶπες στόν τσαγκάρη ποιανοῦ ἦταν τά παπούτσια;". Ἀπαντώντας τοῦ εἶπα: Τά παρουσίασα ὡς παπούτσια ἑνός φίλου μου. Ντρεπόμουν νά ᾿πῶ ὅτι ἦταν δικά σας. Συλλογιζόμουν μέσα μου: Μά, τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί μέ τά μπαλωμένα ρᾶσα του;
  •      Μιά φορά βγήκαμε ἀπό τό γραφεῖο γιά νά φύγουμε. Συνήθως, δίπλωνε τό ρᾶσο του, τό ἔπαιρνε καί ἐρχόταν στό αὐτοκίνητο. Ἐκείνη τήν ἡμέρα μπῆκε στό αὐτοκίνητο δίχως ρᾶσο. Κοιτώντας στά χέρια του ἀλλά καί στό κάθισμα , πού συνήθως τό ἀκουμποῦσε, διαπίστωσα, πώς δέν ὑπῆρχε τίποτα. Τότε ἄνοιξα τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου γιά νά πάω νά πάρω τό ρᾶσο, θεωρώντας ὅτι τό εἶχε ξεχάσει . Μοῦ λέει δύο φορές: "Ποῦ πᾶς; ποῦ πᾶς; μπές μέσα νά φύγουμε." Τοῦ λέω: Εὐλογημένε, νά πάρω τό ρᾶσο σας. "Μπές μέσα, Χρυσόστομε, νά φύγουμε. Τό ρᾶσο τό έδωσα σέ ἕναν Ἱερέα , πού τό δικό του ἦταν παλιό καί σκισμένο ."
  •      Μιά ἄλλη φορά, μεσημέρι, φιλοξενοῦσε στό σπίτι του ἕνα Κύπριο Ἱερέα, τόν πατέρα Διογένη, γνωστό στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Νικολάου Βάθειας. Τελειώνοντας τό φαγητό, μόλις σηκώθηκε ὁ πατήρ Διογένης νά ἀποχωρήσει , ὁ Νικόλαος τοῦ πῆρε τό καλυμμαύχι καί τό ἀντικατέστησε μέ τό καινούργιο δικό του καλυμμαύχι, διότι συνειδητοποίησε, ὅτι τό καλυμμαύχι τοῦ πατρός Διογένη ἦταν πολύ παλαιό καί ξεθωριασμένο ἀπό τό χρόνο. Σέ μεταγενέστερη συνάντηση πού εἶχα μαζί του, μοῦ ἀνέφερε ὅτι εὐεργετήθηκε πολύ ἀπό τόν Νικόλαο. Ὃταν ἦλθε στήν Έλλάδα ἀπό τήν Κύπρο μετά τήν εἰσβολή, τόν ταχτοποίησε σέ μιά θέση στήν Ἀθήνα. Ἀκόμη τόν εὐγνωμονοῦσε.
  •      Ἒπειτα ἀπό πολλά χρόνια συνάντησα τυχαία τή μητέρα ἑνός ἀνάπηρου παιδιοῦ, κατοίκου Χαλκίδος. Θυμηθήκαμε τόν Νικόλαο. Συχνότατα ἐπισκεπτόταν τό παιδί της στό σπίτι τους. Τότε μοῦ ἐξομολογήθηκε τή διαπίστωση πού ἔκανε μετά ἀπό κάθε ἐπίσκεψη τοῦ Δεσπότη. Ό Νικόλαος ἄφηνε κρυφά στό στρῶμα τοῦ παιδιοῦ φάκελο μέ χρήματα, ὡς οἰκονομική στήριξη.
  •      Ὃταν ὁ Δεσπότης τελοῦσε Μυστήρια (γάμους, βαπτίσεις, εὐχέλαια, κηδεῖες), οἱ ἐνδιαφερόμενοι συνήθιζαν νά τοῦ προσφέρουν φάκελο μέ κάποιο χρηματικό ποσό ἀπό εὐχαρίστηση, δίχως ποτέ ὁ ἴδιος νά τό ζητήσει. Ἀμέσως καί μπροστά τους, ὁ Νικόλαος ἔγραφε πάνω στόν φάκελο, ποῦ θά ἀποσταλοῦν τά συγκεκριμένα χρήματα καί πῶς θά παραλάβουν τήν ἀπόδειξη. Συνήθως ἐπέλεγε ὡς παραλήπτη τῶν χρημάτων κάποιο ὀρφανοτροφεῖο, οἰκοτροφεῖο, γηροκομεῖο, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες κάθε Ἱδρύματος.
  •      Σέ κάθε ἐνορία τῆς Χαλκίδος εἶχε ἱδρύσει τά λεγόμενα Σπίτια Γαλήνης, ὅπου προσφερόταν μεσημεριανό συσσίτιο γιά τούς ἀνήμπορους. Κάθε Χριστούγεννα ὁ Νικόλαος ἐπιστρέφοντας ἀπό τούς Στρόπωνες, ἤ ἀλλιῶς Κατούνια, πρόσφερε τό μεσημεριανό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι καί συγγευμάτιζε μαζί τους .
  •      Ὁ πατήρ Κωνσταντῖνος Εὐριπίδης, ἐφημέριος τῆς Νέας Λαμψάκου Εὐβοίας, εἶχε ἀναφέρει στόν Νικόλαο τήν περίπτωση ἑνός βαρειά ἀρρώστου νέου, 25 ἐτῶν, καρκινοπαθοῦς, παντρεμένου, πατέρα ἑνός μικροῦ ἀγοριοῦ. Ό Νικόλαος ξεκίνησε συχνές ἐπισκέψεις στό σπίτι τοῦ ἀσθενοῦς. Τόν ἐπισκεπτόταν κάθε ἀπόγευμα. Τοῦ ἔκανε συντροφιά καί ἀναφέρεται, ὅτι τόν εἶχε ταΐσει ὁ ἴδιος καί μάλιστα εἶχε φάει ἀπό τό ἴδιο κουτάλι . Ὁ νέος στή ζωή του πρίν ἀπό τήν ἀσθένεια δήλωνε ἄθεος. Μετά ὅμως ἀπό τίς πολλές ἐπισκέψεις τοῦ Δεσπότη, σχεδόν στό τέλος τῆς ζωῆς του, μετανόησε, κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί παραδέχτηκε, ὅτι εἶχε κάνει λάθος γιά τούς ρασοφόρους. Ό Νικόλαος εἶχε στείλει τόν νέο ἀσθενῆ σέ νοσοκομεῖο τῆς Ἀγγλίας μέ σκοπό τήν θεραπεία του.
  •      Ταξιδεύοντας, σέ μιά συζήτηση πού εἴχαμε καθ’ὁδόν, ἐξέφρασα ἕνα λογισμό πρός τόν Νικόλαο: Εἶναι δυνατόν ὁ κάθε ἄνθρωπος νά ἔχει συνεχῶς δίπλα του τόν πνευματικό του, γιά νά ἐξομολογεῖται; Ἀφοῦ δέν εἷναι αὐτό δυνατόν, ἀφοῦ κάθε ὥρα καί στιγμή ἁμαρτάνουμε, πῶς θά μᾶς βρεῖ ὁ Θεός ἕτοιμους γιά ἀπολογία κατά τόν θάνατό μας ; Καί μοῦ ἀπαντᾶ:"Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιά νά ἐφαρμόσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί θέλει νά σωθεῖ, ὁ Θεός θά βρεῖ τήν κατάλληλη στιγμή, γιά νά τόν πάρει μαζί Του στόν παράδεισο" .
  •      Ἡ μητέρα του ἒλεγε στόν Νικόλαο : "Παιδί μου , νά ἔχεις τήν εὐχή μου, νά μήν μείνεις πολλά χρόνια ὡς Δεσπότης. Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος μεγαλώσει, τό μυαλό φυραίνει καί δέν μπορεῖ νά διοικήσει, ὅπως πρέπει". Καί τῆς ἀπαντᾶ: "Ὂχι μάννα! Θά μείνω λίγα χρόνια καί θά φύγω. Θά πάω στό Ἃγιο Ὂρος ".
  •      Ἐπιστρέφοντας κάποτε στό σπίτι ἀπό τό γραφεῖο τό μεσημέρι, μόλις μπήκαμε, χτύπησε τό τηλέφωνο. Σηκώνοντας ὁ Νικόλαος τό τηλέφωνο, ὁ Ἱερέας τοῦ χωριοῦ Σκυλόγιαννοι τόν πληροφόρησε γιά τήν ἀπώλεια ἑνός νέου ἀνθρώπου, πού ἐργαζόταν στό ἐργοστάσιο Σκαλιστήρη καί γιά τό ὅτι ἡ κηδεία τοῦ νέου θά γινόταν τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας. Δίχως ἄλλη σκέψη ὁ Νικόλαος ἀπάντησε: "Ἒρχομαι νά παραβρεθῶ στήν κηδεία". Ἡ μητέρα του ἀκούγοντας τή συζήτηση εἶπε: "Παιδί μου, εἶσαι κουρασμένος. Πῶς θά ἀντέξεις νά πᾶς στήν κηδεία;" Καί ὁ Νικόλαος ἀπάντησε: "Μάννα, σέ ὧρες θλίψεων μᾶς χρειάζονται οἱ ἄνθρωποι. Ὁ πολύς κόσμος σέ τέτοια γεγονότα ἀναγκάζεται καί ἔρχεται στήν ἐκκλησία, ἴσως δίχως νά θέλει πολλές φορές. Εἶναι λοιπόν καί μιά εὐκαιρία νά πιάσουμε καί κάποια ψυχή μέ τό κήρυγμα, νά τήν κερδίσει ὁ Χριστός."
  •      Πηγαίνοντας στήν Ἀθήνα, στό ὕψος τῆς Μαλακάσας, βρεθήκαμε μπροστά σέ ἕνα θανατηφόρο τροχαῖο ἀτύχημα. Συγκλονιστήκαμε. Καθ’ὅλη τή διάρκεια τῆς διαδρομῆς μέχρι τήν Ἀθήνα, ὁ Δεσπότης ἔψαλλε ἀπό στήθους ὅλη τήν ἐπικήδεια ἀκολουθία.
  •      Ἒπειτα ἀπό σοβαρή χειρουργική ἐπέμβασή του στό Νοσηλευτικό Ίδρυμα Κληρικῶν Ἑλλάδος (ΝΙΚΕ), κατά τήν ἀνάρρωσή του, τόν ἐπισκέφθηκα καί τοῦ πῆγα ἕνα Εὐαγγέλιο. Μόλις τό εἶδε δάκρυσε καί εἶπε: "Τό τελευταῖο μας βιβλίο ἀπό τίς ἐκδόσεις μας."
  •      Λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ἐκλογή του ἔγινε στήν περίοδο τῆς δικτατορίας, θεωρεῖτο ἀπό πολλούς ὅτι ἦταν …«χουντικός». Προσωπικά, ἔχω νά καταθέσω μαρτυρίες, πού δείχνουν τό ἀντίθετο:
i) Τοῦ ἔπαιρνα τήν ἐφημερίδα "Τό Bῆμα" γιά νά ἐνημερώνεται, ἡ ὁποία ἐφημερίδα ἦταν ἐνάντια στήν δικτατορία. 
ii) Ἦρθε σέ ἀντίθεση μέ τόν τότε Νομάρχη Εὐβοίας Δορκοφίκη. Κάποιος πληροφόρησε τόν Νικόλαο, ὅτι κατά τήν παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου θά στηθεῖ ἐξέδρα γιά τιμώμενα πρόσωπα, ἀλλά ἡ ἐξέδρα θά ἦταν γιά ἕνα ἄτομο, αὐτό τοῦ Νομάρχη Δορκοφίκη. Ὁ Νικόλαος στέλνοντας μήνυμα στίς Ἀρχές δήλωσε, ὅτι ἀπό τή στιγμή πού θά ὑπάρχει μόνο ἕνα τιμώμενο πρόσωπο, ἡ Ἐκκλησία δέν θά μπορέσει νά παραστεῖ. Ὁ λόγος; Ὁ Νικόλαος πίστευε ὅτι ἀντιπροσωπεύει τήν Ἐκκλησία καί ὄχι τόν ἑαυτό του καί ἡ Ἐκκλησία δέν ἔρχεται δεύτερη, μετά ἀπό τό Κράτος. Τελικά ἡ ἐξέδρα ἀφαιρέθηκε. 
iii) Στήν πανήγυρη τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος στά Τρίκαλα ἦταν ὁ κύριος ὁμιλητής. Μεταξύ τῶν ἄλλων εἶπε: "Ἒφ’ὅσον ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καί δέν τόν δεσμεύει, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά δεσμεύει τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Ἡ ἄποψή του αὐτή ὅμως ἦταν ἐνάντια στήν τότε δικτατορική κυβέρνηση καί δημιούργησε τριγμούς καί ποικίλα σχόλια, ἀκόμη καί στό μεσημεριανό γεῦμα τῆς ἡμέρας ἐκείνης.

  •      Οἱ μαρτυρίες γιά τόν Νικόλαο φαίνεται νά μήν ἔχουν τελειωμό καί ἐγώ δυστυχῶς εἶχα τά μάτια τῆς ψυχῆς μου κλειστά λόγῳ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν καί ὑποχρεώσεων. Πολλά ἔχω νά γράψω,ὡστόσο γιά νά μή μακρύνω τόν λόγό, θά συμπληρώσω μόνο κάτι τελευταῖο:
  •      Ὃταν ἐνθρονίστηκε στή θέση του ἄλλος ἀρχιερέας, ὁ Νικόλαος ἔμενε στό σπίτι του στήν Χαλκίδα. Ἡ Μητρόπολη Χαλκίδος ἔστειλε ἀπεσταλμένο, τόν τότε γραμματέα Κωνσταντῖνο Χαραμαντίδη, μέ φορτηγό αὐτοκίνητο καί πῆρε τά πράγματα ἀπό τό σπίτι του. Τίς μέρες ἐκεῖνες τοῦ Αὐγούστου πήγαινε τακτικότατα στό ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτη Ἠλία, μέσα στό Κάστρο καί ἔκανε παρακλήσεις. Τό ἐκκλησάκι αὐτό σέ μετέπειτα ἐπίσκεψή του βρέθηκε κλειδωμένο καί ἦταν ἀδύνατον νά μπεῖ. Μετά ἀπό αὐτά τά γεγονότα μέ κάλεσε καί μοῦ ζήτησε νά βρῶ κάποιο ὄχημα νά τόν μεταφέρω στό λιμάνι τῆς Ραφήνας μέ προορισμό τήν Τῆνο, ὅπως καί ἔγινε. Ἀπό πλευρᾶς κληρικῶν δέν τόλμησε νά τόν συνοδεύσει κανείς! Τά ἄτομα πού βρίσκονταν μαζί του σέ ἐκεῖνο τό ταξίδι ἦταν ἡ γυναῖκα μου καί ἐγώ. Σέ ὅλη τή διαδρομή ἦταν πολύ ἤρεμος καί μονολογοῦσε: «Κρατῆστε τήν πίστη σας».


«Κρατῆστε τήν πίστη σας ».